placard
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- placard < placart < plaquer
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| placard | placards |
placard (fr) αρσενικό
- (γραπτό μήνυμα)
- πληροφοριακή αφίσα κολλημένη σε τοίχο ή πανό
- (παρωχημένο) υβριστικό μήνυμα που εμφανιζόταν πάνω σε τοίχο ή κυκλοφορούσε στο κοινό
- (οικείο) παχύ στρώμα ή πλάκα
- (ναυτικός όρος) κομμάτι ύφασμα που ράβεται εκεί όπου ένα πανί έχει σκιστεί
- (έπιπλο)