ντουλάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

ντουλάπα από τη δυναστεία Μινγκ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντουλάπα ντουλάπες
γενική ντουλάπας ντουλαπών
αιτιατική ντουλάπα ντουλάπες
κλητική ντουλάπα ντουλάπες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ντουλάπα < ντουλάπι < τουρκική dolap < περσική dōlāb دولاب

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ντουλάπα θηλυκό

  1. μεγάλο έπιπλο με πόρτα ή πορτόφυλλα στο οποίο κρεμιούνται ή τοποθετούνται ρούχα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες