στρώμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στρώμα | στρώματα |
| γενική | στρώματος | στρωμάτων |
| αιτιατική | στρώμα | στρώματα |
| κλητική | στρώμα | στρώματα |
[
]
Ετυμολογία
- στρώμα < αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι
[
]
Ουσιαστικό
στρώμα ουδέτερο
- ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος (από πρωτόγονες μορφές όπως ένα τομάρι στο πάτωμα ή άχυρα σκεποασμένα με μια προβιά ή στρώσεις από τομάρια και την ενδιάμεση μορφή του υφάσματος που γέμιζαν με διάφορα υλικά, έως τη σύγχρονη, σχήματος συνήθως ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, όπου ένα ανθεκτικό ύφασμα ή μουσαμάς γεμίζεται ή περιέχει ποικιλία υλικών (βαμβάκι, ελατήρια, αφρολέξ, νερό, αέρα κ.λπ.),
- οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης
- στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
- (μεταφορικά)οτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή έχει τη μορφή του
- κοινωνικό στρώμα
- (μετεωρολογία) στον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
αντικείμενο στο οποίο κοιμόμαστε
επιφάνεια ενιαίου υλικού