przerwa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική przerwa przerwy
γενική przerwy przerw
δοτική przerwie przerwom
αιτιατική przerwę przerwy
οργανική przerwą przerwami
τοπική przerwie przerwach
κλητική przerwo przerwy

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpʃɛrva/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

przerwa (pl) θηλυκό

  1. η διακοπή
  2. το διάλειμμα
  3. το άνοιγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]