sentence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

sentence (en)

  1. πρόταση (μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά από λέξεις)
  2. η καταδίκη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: conviction
  3. η ποινή στην οποία κάποιος καταδικάζεται
    death sentence - θανατική ποινή
  4. (παρωχημένο) η απόφαση ενός δικαστηρίου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: verdict

Open book 01.svg Ρήμα[]

sentence (en)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sɑ̃.tɑ̃s/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
sentence sentences

sentence (fr) θηλυκό

  1. η δικαστική απόφαση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: arrêt, décret, jugement, verdict
  2. η κρίση, η γνώμη
  3. (παρωχημένο) σκέψη (που σχετίζεται συνήθως με την ηθική) που εκφράζεται κατά δογματικό και λόγιο τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: adage, aphorisme, apophtegme, maxime

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]