sentence
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
sentence (en)
- πρόταση (μια νοηματικά ολοκληρωμένη σειρά απο λέξεις)
- η απόφαση ενός δικαστηρίου
- η καταδίκη
- η ποινή στην οποία κάποιος καταδικάζεται
- sentence of death - θανατική ποινή'
[
]
Ρήμα
sentence (en)
- καταδικάζω, επιβάλλω ποινή
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| sentence | sentences |
sentence (fr) θηλυκό
- η δικαστική απόφαση
- η κρίση, η γνώμη
- (παρωχημένο) σκέψη (που σχετίζεται συνήθως με την ηθική) που εκφράζεται κατά δογματικό και λόγιο τρόπο
[
]
- sentence
- sentencieusement
- sentencieux - sentencieuse