Übung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Übung < üben

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Übung die Übungen
γενική der Übung der Übungen
δοτική der Übung den Übungen
αιτιατική die Übung die Übungen

Übung (de) θηλυκό