łączenie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική łączenie łączenia
γενική łączenia łączeń
δοτική łączeniu łączeniom
αιτιατική łączenie łączenia
οργανική łączeniem łączeniami
τοπική łączeniu łączeniach
κλητική łączenie łączenia

Ετυμολογία [επεξεργασία]

łączenie < łączyć

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

łączenie (pl) ουδέτερο

  1. η ένωση, η μάτιση, το ένωμα
  2. η ενοποίηση