Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βρεκαίικα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Βρεκαίικα
      γενική των Βρεκαίικων
    αιτιατική τα Βρεκαίικα
     κλητική Βρεκαίικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βρεκαίικα < επώνυμο Βρέκ(ας) + -αίικα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɾeˈce.i.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βρεκαίικα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βρεκαίικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γιώργος Ζαροδήμος, Τα Οικωνύμια του Δήμου Αγράφων, Αθήνα 2021