Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ζελενίστα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ze.leˈni.sta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ζελενίστα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ζελενίστ
      γενική τῆς Ζελενίστης
      δοτική τῇ Ζελενίστ
    αιτιατική τὴν Ζελενίστᾰν
     κλητική ! Ζελενίστ
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ζελενίστα < Ζελενίτσα με αλλαγή του [t͡s] σε [st]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ζελενίστα θηλυκό (καθαρεύουσα)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Ζελενίστα < γενική ενικού του αρσενικού Ζελενίστας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ζελενίστα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Ζελενίστας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αριθμός 112: κοινότης Ζελενίστης, pdf ΦΕΚ 81, τεύχος Α, 14 Μαΐου 1928