Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κέδρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κέδρα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈce.ðɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κέδρα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κέδρα
      γενική των Κέδρων
    αιτιατική τα Κέδρα
     κλητική Κέδρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κέδρα < κέδρα < πληθυντικός αριθμός του κέδρο

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κέδρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Κέδρα < γενική ενικού του αρσενικού Κέδρας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κέδρα θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κέδρας)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]