Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κοψαίικα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κοψαίικα
      γενική των Κοψαίικων
    αιτιατική τα Κοψαίικα
     κλητική Κοψαίικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κοψαίικα < επώνυμο Κόψ(ας) ή Κόψ(ης) + -αίικα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˈpse.i.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κοψαίικα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κοψαίικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γιώργος Ζαροδήμος, Τα Οικωνύμια του Δήμου Αγράφων, Αθήνα 2021