Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μπουγομήλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Μπουγομήλα
      γενική της Μπουγομήλας
    αιτιατική την Μπουγομήλα
     κλητική Μπουγομήλα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μπουγομήλα <  δείτε τη λέξη Βουγομήλα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bu.ɣoˈmi.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μπουγομήλα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μπουγομήλα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]