Σταθιάνικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Σταθιάνικα
      γενική των Σταθιάνικων
    αιτιατική τα Σταθιάνικα
     κλητική Σταθιάνικα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σταθιάνικα < από το επώνυμο του πρώτου οικιστή Στάθης[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /staˈθça.ni.ka/
συλλαβισμός: Στα‐θιά‐νι‐κα

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Σταθιάνικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Κωνσταντίνος Άμαντος, Γλωσσικά μελετήματα, (Αθήνα: Αδελφοί Μυρτίδη, 1964), σελ. 56