ακομπλεξάριστα

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ακομπλεξάριστα < ακομπλεξάριστος + < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική complex < γερμανική Komplex < λατινική complexus < complector < plecto < πρωτοϊταλική *plektō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ- (πλέκω)

Open book 01.svg Επίρρημα[edit]

ακομπλεξάριστα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]