ακομπλεξάριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακομπλεξάριστος η ακομπλεξάριστη το ακομπλεξάριστο
      γενική του ακομπλεξάριστου της ακομπλεξάριστης του ακομπλεξάριστου
    αιτιατική τον ακομπλεξάριστο την ακομπλεξάριστη το ακομπλεξάριστο
     κλητική ακομπλεξάριστε ακομπλεξάριστη ακομπλεξάριστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακομπλεξάριστοι οι ακομπλεξάριστες τα ακομπλεξάριστα
      γενική των ακομπλεξάριστων των ακομπλεξάριστων των ακομπλεξάριστων
    αιτιατική τους ακομπλεξάριστους τις ακομπλεξάριστες τα ακομπλεξάριστα
     κλητική ακομπλεξάριστοι ακομπλεξάριστες ακομπλεξάριστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

ακομπλεξάριστος < α- + κομπλεξάρω + -ιστος < κόμπλεξ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική complex < γερμανική Komplex < λατινική complexus < complector < plecto < πρωτοϊταλική *plektō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ- (πλέκω)

Επίθετο

ακομπλεξάριστος

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις