Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανατάσης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ανάτασης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο ανατάσης
      γενική του ανατάση
    αιτιατική τον ανατάση
     κλητική ανατάση
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μεγάλοι κρύσταλλοι ανατάση, St Gothard Massif, Leventina, Ticino (Tessin), Ελβετία
Δείγματα ανατάση από το Somerville, Massachusetts, USA

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανατάσης < (λόγιο δάνειο) γαλλική anatase, ονομασία που του έδωσε ο René-Just Haüy το 1801

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.naˈta.sis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανατάσης
ομόηχο: ανατάσεις
τονικό παρώνυμο: ανάτασης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανατάσης αρσενικό χωρίς πληθυντικό

  • (ορυκτολογία) ορυκτό που περιέχει διοξείδιο του τιτανίου (TiO2) κρυσταλλωμένο στο τετραγωνικό κρυσταλλικό σύστημα, με λιγοστές προσμίξεις κυρίως οξειδίου τρισθενούς σιδήρου (Fe2O3)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]