αναφροδισία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναφροδισία < αναφρόδιτος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναφροδισία θηλυκό
- (ιατρική) η έλλειψη γενετήσιας επιθυμίας
- ※ Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν η μελέτη ορισμένων φυσικών ιδιοτήτων και βιοχημικών παραμέτρων της τραχηλικής βλέννας σε αγελάδες που εμφάνισαν οίστρο μετά τον τοκετό και σε αγελάδες με αναφροδισία, οι οποίες υποβλήθηκαν σε ορμονική αγωγή (προγεστερόνη ή προσταγλανδίνη F2α) για την πρόκληση οίστρου. (Θεοδώρα Τσιλιγιάννη, Μελέτη των φυσικοχημικών ιδιοτήτων της τραχηλικής βλέννας σε σχέση με τη γονιμότητα των αγελάδων, διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 1999 )
- ※ Η ευρωπαϊκή πεζογραφία πάσχει από αναφροδισία – εν πολλοίς, νομίζω, γιατί έχει απεμπολήσει την κριτική, την ιστορία και αρέσκεται να γυρνά την πλάτη στην πολιτική διάσταση των πραγμάτων (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 367-369, 1996)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αναφροδισία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας