απαέρωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απαέρωση | οι | απαερώσεις |
| γενική | της | απαέρωσης* | των | απαερώσεων |
| αιτιατική | την | απαέρωση | τις | απαερώσεις |
| κλητική | απαέρωση | απαερώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, απαερώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απαέρωση < απ- + αέριο + -ωση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dégazage[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απαέρωση θηλυκό
- (χημεία, τεχνολογία) άλλη μορφή του απαερίωση
- η αφαίρεση ή διαρροή αέρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απαερίωση
|
αφαίρεση ή διαρροή αέρα
- ↑ απαερίωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ωση (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)