Μετάβαση στο περιεχόμενο

αχαμνά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αχαμνά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αχαμνός στον πληθυντικό[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.xamˈna/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αχαμνά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αχαμνά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αχαμνά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αχαμνά -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • αχαμνά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

αχαμνά

Επίρρημα

[επεξεργασία]

αχαμνά

  1. χωρίς ένταση, ασθενικά, χαλαρά
     αντώνυμα: γερά, σφιχτά
  2. άσχημα, στραβά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]