βαθμονομώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαθμονομώ < βαθμός + -νομώ < νέμω (=διανέμω, μοιράζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαθμονομώ (παθητική φωνή: βαθμονομούμαι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]