βιδώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιδώνω < βίδα + -ωνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βιδώνω, πρτ.: βίδωνα, στ.μέλλ.: θα βιδώσω, αόρ.: βίδωσα, παθ.φωνή: βιδώνομαι, μτχ.π.π.: βιδωμένος

  1. περιστρέφω μια βίδα ώστε να εισχωρήσει σε ειδική θέση ή σε υλικό και να στερεώσει κάτι
  2. στερεώνω κάτι με βίδα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

μου τη βίδωσε όταν άκουσα τέτοιες ανοησίες

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]