δεσμεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσμεύομαι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δεσμεύομαι, παρατ.: δεσμευόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα δεσμευτώ, αόρ.: δεσμεύτηκα , μτχ.π.π.: δεσμευμένος

  1. περιορίζομαι από νομική ή ηθική υποχρέωση
  2. υπόσχομαι ότι θα τηρήσω μια υποχρέωση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]