Μετάβαση στο περιεχόμενο

εισαγωγικά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.sa.ɣo.ʝiˈka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εισαγωγικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα εισαγωγικά
      γενική των εισαγωγικών
    αιτιατική τα εισαγωγικά
     κλητική εισαγωγικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
εισαγωγικά: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εισαγωγικός στον πληθυντικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εισαγωγικά ουδέτερο στον πληθυντικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
εισαγωγικά < εισαγωγικ(ός) +

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εισαγωγικά (τροπικό επίρρημα)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

εισαγωγικά

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

εισαγωγικά ουδέτερο

 και δείτε περισσότερα στον ενικό: εισαγωγικό