εισαγωγικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εισαγωγικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσαγωγικός[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.sa.ɣo.ʝiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ει‐σα‐γω‐γι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]εισαγωγικός, -ή, -ό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- εισαγωγικός βαθμός: ο βαθμός με τον οποίος κάποιος εντάσσεται σε κάποιο επαγγελματικό κλάδο
Παράγωγα
[επεξεργασία]- εισαγωγικά (ουσιαστικό και επίρρημα)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εισαγωγικός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εισαγωγικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ εισαγωγικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)