εισαγωγικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εισαγωγικός εισαγωγική εισαγωγικό
γενική εισαγωγικού εισαγωγικής εισαγωγικού
αιτιατική εισαγωγικό εισαγωγική εισαγωγικό
κλητική εισαγωγικέ εισαγωγική εισαγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εισαγωγικοί εισαγωγικές εισαγωγικά
γενική εισαγωγικών εισαγωγικών εισαγωγικών
αιτιατική εισαγωγικούς εισαγωγικές εισαγωγικά
κλητική εισαγωγικοί εισαγωγικές εισαγωγικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισαγωγικός < ελληνιστική κοινή εἰσαγωγικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.sa.ɣɔ.ˈʝi.kɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.sa.ɣɔ.ˈʝi.ci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.sa.ɣɔ.ˈʝi.kɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εισαγωγικός, -ή, -ό

  1. που σχετίζεται με την εισαγωγή
  2. που αποτελεί την εισαγωγή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εισαγωγικός βαθμός : ο βαθμός με τον οποίος κάποιος εντάσσεται σε κάποιο επαγγελματικό κλάδο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]