εμβαδό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμβαδό εμβαδά
γενική εμβαδού εμβαδών
αιτιατική εμβαδό εμβαδά
κλητική εμβαδό εμβαδά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβαδό < ελληνιστική κοινή ἐμβαδόν < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμβαδό ουδέτερο (& εμβαδόν)

  1. (μαθηματικά) η έκταση μιας επιφάνειας

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]