Μετάβαση στο περιεχόμενο

επιφάνεια εργασίας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Επιφάνεια εργασίας με ανοιχτές διάφορες εφαρμογές.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επιφάνεια εργασίας <  δείτε τη λέξη  επιφάνεια και εργασία

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

επιφάνεια εργασίας θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]