Μετάβαση στο περιεχόμενο

επονομάζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐπονομάζω, επονοματίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + ονομάζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.po.noˈma.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επονομάζω

επονομάζω, αόρ.: επονόμασα, παθ.φωνή: επονομάζομαι, μτχ.π.ε.: επονομαζόμενος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]