επονομάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + ονομάζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.po.noˈma.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πο‐νο‐μά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]επονομάζω, αόρ.: επονόμασα, παθ.φωνή: επονομάζομαι, μτχ.π.ε.: επονομαζόμενος
- (συνήθως παθητική φωνή) δίνω σε κάποιον ή κάτι επιπλέον όνομα λόγω ορισμένης αιτίας ή ιστορικού γεγονότος
Ο Ριχάρδος Γ΄ ο επονομαζόμενος Λεοντόκαρδος.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επονομάζω | επονόμαζα | θα επονομάζω | να επονομάζω | επονομάζοντας | |
| β' ενικ. | επονομάζεις | επονόμαζες | θα επονομάζεις | να επονομάζεις | επονόμαζε | |
| γ' ενικ. | επονομάζει | επονόμαζε | θα επονομάζει | να επονομάζει | ||
| α' πληθ. | επονομάζουμε | επονομάζαμε | θα επονομάζουμε | να επονομάζουμε | ||
| β' πληθ. | επονομάζετε | επονομάζατε | θα επονομάζετε | να επονομάζετε | επονομάζετε | |
| γ' πληθ. | επονομάζουν(ε) | επονόμαζαν επονομάζαν(ε) |
θα επονομάζουν(ε) | να επονομάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επονόμασα | θα επονομάσω | να επονομάσω | επονομάσει | ||
| β' ενικ. | επονόμασες | θα επονομάσεις | να επονομάσεις | επονόμασε | ||
| γ' ενικ. | επονόμασε | θα επονομάσει | να επονομάσει | |||
| α' πληθ. | επονομάσαμε | θα επονομάσουμε | να επονομάσουμε | |||
| β' πληθ. | επονομάσατε | θα επονομάσετε | να επονομάσετε | επονομάστε | ||
| γ' πληθ. | επονόμασαν επονομάσαν(ε) |
θα επονομάσουν(ε) | να επονομάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω επονομάσει | είχα επονομάσει | θα έχω επονομάσει | να έχω επονομάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις επονομάσει | είχες επονομάσει | θα έχεις επονομάσει | να έχεις επονομάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει επονομάσει | είχε επονομάσει | θα έχει επονομάσει | να έχει επονομάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε επονομάσει | είχαμε επονομάσει | θα έχουμε επονομάσει | να έχουμε επονομάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε επονομάσει | είχατε επονομάσει | θα έχετε επονομάσει | να έχετε επονομάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν επονομάσει | είχαν επονομάσει | θα έχουν επονομάσει | να έχουν επονομάσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | επονομάζομαι | επονομαζόμουν(α) | θα επονομάζομαι | να επονομάζομαι | ||
| β' ενικ. | επονομάζεσαι | επονομαζόσουν(α) | θα επονομάζεσαι | να επονομάζεσαι | ||
| γ' ενικ. | επονομάζεται | επονομαζόταν(ε) | θα επονομάζεται | να επονομάζεται | ||
| α' πληθ. | επονομαζόμαστε | επονομαζόμαστε επονομαζόμασταν |
θα επονομαζόμαστε | να επονομαζόμαστε | ||
| β' πληθ. | επονομάζεστε | επονομαζόσαστε επονομαζόσασταν |
θα επονομάζεστε | να επονομάζεστε | (επονομάζεστε) | |
| γ' πληθ. | επονομάζονται | επονομάζονταν επονομαζόντουσαν |
θα επονομάζονται | να επονομάζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | επονομάστηκα | θα επονομαστώ | να επονομαστώ | επονομαστεί | ||
| β' ενικ. | επονομάστηκες | θα επονομαστείς | να επονομαστείς | επονομάσου | ||
| γ' ενικ. | επονομάστηκε | θα επονομαστεί | να επονομαστεί | |||
| α' πληθ. | επονομαστήκαμε | θα επονομαστούμε | να επονομαστούμε | |||
| β' πληθ. | επονομαστήκατε | θα επονομαστείτε | να επονομαστείτε | επονομαστείτε | ||
| γ' πληθ. | επονομάστηκαν επονομαστήκαν(ε) |
θα επονομαστούν(ε) | να επονομαστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω επονομαστεί | είχα επονομαστεί | θα έχω επονομαστεί | να έχω επονομαστεί | επονομασμένος | |
| β' ενικ. | έχεις επονομαστεί | είχες επονομαστεί | θα έχεις επονομαστεί | να έχεις επονομαστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει επονομαστεί | είχε επονομαστεί | θα έχει επονομαστεί | να έχει επονομαστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε επονομαστεί | είχαμε επονομαστεί | θα έχουμε επονομαστεί | να έχουμε επονομαστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε επονομαστεί | είχατε επονομαστεί | θα έχετε επονομαστεί | να έχετε επονομαστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν επονομαστεί | είχαν επονομαστεί | θα έχουν επονομαστεί | να έχουν επονομαστεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι επονομασμένος - είμαστε, είστε, είναι επονομασμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν επονομασμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν επονομασμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι επονομασμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι επονομασμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι επονομασμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι επονομασμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- επονομάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- επονομάζω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα επ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)