Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιθύνων νους

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο ιθύνων νους
      γενική του ιθύνοντα νου
    αιτιατική τον ιθύνοντα νου
     κλητική ιθύνων νους
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιθύνων νους  δείτε τις λέξεις ιθύνων και νους

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ιθύνων νους αρσενικό

  • άνθρωπος που συλλαμβάνει, σχεδιάζει και κατευθύνει μια διαδικασία
    ήταν ο ιθύνων νους της εκστρατείας
    συνελήφθη ο ιθύνων νους της ληστείας
     συνώνυμα: εγκέφαλος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]