κάκιωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάκιωμα κακιώματα
γενική κακιώματος κακιωμάτων
αιτιατική κάκιωμα κακιώματα
κλητική κάκιωμα κακιώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάκιωμα < κακιώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάκιωμα ουδέτερο (ο πληθ. δεν συνηθίζεται ιδιαίτερα)

  • το αποτέλεσμα του κακιώνω, όταν δύο ή περισσότερα άτομα κρατάνε μούτρα ο ένας στον άλλον, αρνούνται να μιλήσουν μεταξύ τους εξαιτίας κάποιας προηγηθείσας διένεξης, το να κρατάει κάποιος κακία σε κάποιον άλλον (αμοιβαία και μη), να είναι πολύ δυσαρεστημένος μαζί του, το ξέκομμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]