καλυτερεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλυτερεύω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλυτερεύω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι καλύτερο, βελτιώνω
  2. (αμετάβατο) γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]