καλωσορίσατε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.lo.soˈɾi.sa.te/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐λω‐σο‐ρί‐σα‐τε
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- καλωσορίσατε! < φράση καλώς ορίσατε
- Και ουσιαστικοποιημένο.
Επιφώνημα
[επεξεργασία]καλωσορίσατε! (πληθυντικός)
- (ευχή) άλλη γραφή του καλώς ορίσατε, (για πολλά πρόσωπα, ή πληθυντικός ευγενείας για ένα πρόσωπο)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- καλώς ορίσατε!
- καλωσόρισες! (ενικός, οικείο)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]στον πληθυντικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αν υπάρχει η ευχή στον ενικό → δείτε τη λέξη καλωσόρισες
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καλωσορίσατε ουδέτερο άκλιτο στον πληθυντικό
- το καλωσόρισμα
Είπαμε το καλωσορίσατε και δώσαμε τα λουλούδια.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- το καλωσόρισες (στον ενικό)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- καλωσορίσατε: ρηματικός τύπος
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]καλωσορίσατε
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου (καλωσόρισα) του καλωσορίζω
Πηγές
[επεξεργασία]- καλωσορίζω (καλωσορίσατε, καλώς ορίσατε) - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- καλωσορίζω (& καλωσορίσατε) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- ορίζω (καλώς ορίσατε, καλωσορίσατε) - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)