καμπριολέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμπριολέ < γαλλική cabriolet

Επίθετο[επεξεργασία]

καμπριολέ άκλιτο

  1. (για αυτοκίνητο) ανοιχτός, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
    οδηγούσε μια καμπριολέ Μερσεντές με την κουκούλα ανεβασμένη
  2. (ειρωνικό, για άντρα) φαλακρός


Μεταφράσεις[επεξεργασία]