Μετάβαση στο περιεχόμενο

κασκαντέρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κασκαντέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική cascadeur  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κασκαντέρ αρσενικό άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]