καταντώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταντώ < αρχαία ελληνική καταντῶ (: φθάνω, καταλήγω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.tanˈdo/

Ρήμα[επεξεργασία]

καταντώ

  1. φθάνω σε μια άσχημη κατάσταση
    από την απόγνωση κατάντησε να χάσει πολλά κιλά
  2. καταλήγω σε μια κατάσταση που θίγει την αξιοπρέπειά μου
     συνώνυμα: ξεπέφτω
    κατάντησε αλκοολικός
  3. μεταβάλλομαι με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκτώ αρνητικά χαρακτηριστικά
    να μην καταντήσει ο έρωτας ρουτίνα
  4. κάνω κάποιον / κάτι να οδηγηθεί σε άσχημη κατάσταση
    πώς κατάφερες να καταντήσεις το σπίτι ρημάδι;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]