κληρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κληρώνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική κληρόω, -ῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kli.ˈɾɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κληρώνω, πρτ.: κλήρωνα, στ.μέλλ.: θα κληρώσω, αόρ.: κλήρωσα, παθ.φωνή: κληρώνομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: κληρωμένος

  1. (μεταβατικό) επιλέγω με κλήρωση ένα πρόσωπο, πράγμα, αριθμό κ.λπ. προκειμένου να ανακηρύξω έναν νικητή, να αναθέσω μια εργασία, να διανείμω μερίδια κ.λπ.
  2. (μεταβατικό) βάζω σε κλήρωση κάτι ώστε να το αποδώσω σε κάποιον ως βραβείο ή έπαθλο
    τα παιδιά της Γ΄ τάξης θα κληρώσουν ένα φορητό CD για να μαζέψουν λεφτά για την εκδρομή τους
  3. (αμετάβατο), (γ' πρόσωπο) υφίσταμαι τη διαδικασία της κλήρωσης
    αύριο κληρώνει το Λαϊκό (λαχείο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]