draw

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
draw draws

draw (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας draw
γ΄ ενικό ενεστώτα draws
αόριστος drew
παθητική μετοχή drawn
ενεργητική μετοχή drawing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

draw (en)

  1. σχεδιάζω, σκιτσάρω
  2. συνάγω συμπέρασμα
  3. τραβάω
  4. αντλώ
    motherboard, RAM, CPU, etc, are all drawing power from the power supply
    μητρική πλακέτα, μνήμη RAM, CPU, κ.λπ., αντλούν ενέργεια από το τροφοδοτικό (Απόδοση: το Βικιλεξικό.)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που αρχίζουν με «draw-» (αγγλικά)