Μετάβαση στο περιεχόμενο

κομμέρκιον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κομμέρκιον < λατινική commercium

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κομμέρκιον ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]