τελωνειακός
Εμφάνιση


Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]τελωνειακός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το τελωνείο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
- ※ H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τελωνειακά
- → δείτε τις λέξεις τελωνείο και τελώνης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τελωνειακός αρσενικό ή θηλυκό