κόσμους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

κόσμους αρσενικό

  1. κόσμος, στην αιτιατική του πληθυντικού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία < κόσμος (με κώφωση του καταληκτικού -ος)
  1. (ιδιωματικό) ο κόσμος
    Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)