λαβώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαβώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λαβώνω[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε λαβ(ή) + -ώνω.[2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /laˈvo.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐βώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]λαβώνω (λαϊκό, λογοτεχνικό), πρτ.: λάβωνα/ελάβωνα, απαρ.: λαβώσει, αόρ.: λάβωσα/ελάβωσα, παθ.φωνή: λαβώνομαι, π.αόρ.: λαβώθηκα, π.αόρ.: ελαβώθη(3ο πρόσωπο), μτχ.π.π.: λαβωμένος
- (κυριολεκτικά) πληγώνω, τραυματίζω, κυρίως τρυπάω με βέλος ή άλλο όπλο
- ※ 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821
- καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ἐφονεύθηκαν ὑπὲρ τοὺς 300 καὶ ἐλαβώθηκαν (οἱ πλεῖστοι θανασίμως) [...] Εἰς αὐτὴν τὴν μάχην ἐσκοτώθησαν καὶ ἐλαβώθησαν τὰ πλέον καλῄτερα παληκάρια καὶ τόση δειλία ἐκυρίευσε τοὺς ἐχθροὺς, ὥστε δὲν ἐτόλμησαν νὰ δευτερώσουν
- ※ 1821 Ἰάκωβος Δραγάτσης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ἀνέκδοτα ἱστορικὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς Ὑδραίους, τῇ 16 Μαΐου 1821
- (μετοχή παθητικού παρακειμένου ως ουσιαστικό) «λαβωμένος» τραυματίας, τραυματισμένος
- ※ 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.
- Ἄμ σύ, Τοῦλα, δὲ συμφέρει | λαβωμένους νὰ ζυγώνῃς· | θὰ γιατρεύῃς μὲ τὸ χέρι, | μὲ τὰ μάτια θὰ πληγώνῃς.
- ※ 1898 Γεράσιμος Μαρκοράς, Μικρὰ Ταξείδια (1898), Ζωή, Ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός Στὴ δεσποινίδα Τοῦλα Κοσκινᾶ, χ.η.
- (μεταφορικά) σαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος
Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.- → χρειάζεται παράθεμα
- (μεταφορικά) πληγώνω συναισθηματικά
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λαβώνω | λάβωνα | θα λαβώνω | να λαβώνω | λαβώνοντας | |
| β' ενικ. | λαβώνεις | λάβωνες | θα λαβώνεις | να λαβώνεις | λάβωνε | |
| γ' ενικ. | λαβώνει | λάβωνε | θα λαβώνει | να λαβώνει | ||
| α' πληθ. | λαβώνουμε | λαβώναμε | θα λαβώνουμε | να λαβώνουμε | ||
| β' πληθ. | λαβώνετε | λαβώνατε | θα λαβώνετε | να λαβώνετε | λαβώνετε | |
| γ' πληθ. | λαβώνουν(ε) | λάβωναν λαβώναν(ε) |
θα λαβώνουν(ε) | να λαβώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λάβωσα | θα λαβώσω | να λαβώσω | λαβώσει | ||
| β' ενικ. | λάβωσες | θα λαβώσεις | να λαβώσεις | λάβωσε | ||
| γ' ενικ. | λάβωσε | θα λαβώσει | να λαβώσει | |||
| α' πληθ. | λαβώσαμε | θα λαβώσουμε | να λαβώσουμε | |||
| β' πληθ. | λαβώσατε | θα λαβώσετε | να λαβώσετε | λαβώστε | ||
| γ' πληθ. | λάβωσαν λαβώσαν(ε) |
θα λαβώσουν(ε) | να λαβώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω λαβώσει | είχα λαβώσει | θα έχω λαβώσει | να έχω λαβώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις λαβώσει | είχες λαβώσει | θα έχεις λαβώσει | να έχεις λαβώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει λαβώσει | είχε λαβώσει | θα έχει λαβώσει | να έχει λαβώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε λαβώσει | είχαμε λαβώσει | θα έχουμε λαβώσει | να έχουμε λαβώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε λαβώσει | είχατε λαβώσει | θα έχετε λαβώσει | να έχετε λαβώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν λαβώσει | είχαν λαβώσει | θα έχουν λαβώσει | να έχουν λαβώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λαβώνομαι | λαβωνόμουν(α) | θα λαβώνομαι | να λαβώνομαι | ||
| β' ενικ. | λαβώνεσαι | λαβωνόσουν(α) | θα λαβώνεσαι | να λαβώνεσαι | (λαβώνου) | |
| γ' ενικ. | λαβώνεται | λαβωνόταν(ε) | θα λαβώνεται | να λαβώνεται | ||
| α' πληθ. | λαβωνόμαστε | λαβωνόμαστε λαβωνόμασταν |
θα λαβωνόμαστε | να λαβωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | λαβώνεστε | λαβωνόσαστε λαβωνόσασταν |
θα λαβώνεστε | να λαβώνεστε | (λαβώνεστε) | |
| γ' πληθ. | λαβώνονται | λαβώνονταν λαβωνόντουσαν |
θα λαβώνονται | να λαβώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λαβώθηκα | θα λαβωθώ | να λαβωθώ | λαβωθεί | ||
| β' ενικ. | λαβώθηκες | θα λαβωθείς | να λαβωθείς | λαβώσου | ||
| γ' ενικ. | λαβώθηκε | θα λαβωθεί | να λαβωθεί | |||
| α' πληθ. | λαβωθήκαμε | θα λαβωθούμε | να λαβωθούμε | |||
| β' πληθ. | λαβωθήκατε | θα λαβωθείτε | να λαβωθείτε | λαβωθείτε | ||
| γ' πληθ. | λαβώθηκαν λαβωθήκαν(ε) |
θα λαβωθούν(ε) | να λαβωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω λαβωθεί | είχα λαβωθεί | θα έχω λαβωθεί | να έχω λαβωθεί | λαβωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις λαβωθεί | είχες λαβωθεί | θα έχεις λαβωθεί | να έχεις λαβωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει λαβωθεί | είχε λαβωθεί | θα έχει λαβωθεί | να έχει λαβωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε λαβωθεί | είχαμε λαβωθεί | θα έχουμε λαβωθεί | να έχουμε λαβωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε λαβωθεί | είχατε λαβωθεί | θα έχετε λαβωθεί | να έχετε λαβωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν λαβωθεί | είχαν λαβωθεί | θα έχουν λαβωθεί | να έχουν λαβωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ο λαβωμένος, τραυματισμένος
(μεταφορικά) σαγηνεύω ερωτικά
(μεταφορικά) πληγώνω συναισθηματικά
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λαβώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ λαβώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /laˈvo.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐βώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]λαβώνω
- (μεταβατικό) και (αμετάβατο) πληγώνω, τραυματίζω, τρυπάω με όπλο
- ※ 16ος/17ος κε ⌘ Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος/Α, 661
- Ἕνας γιατὶ ἐξεσπάθωσεν κ' ἐλάβωσεν τὸν ἄλλο
- ※ 16ος/17ος κε ⌘ Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος/Α, 661
- (μεταφορικά) πληγώνω συναισθηματικά
- ※ 16ος κε ⌘ Ἰάκωβος Τριβώλης, Ἱστορία τοῦ ῥὲ τῆς Σκωτίας μὲ τὴν ῥήγισσα τῆς Ἐγγλητέρας, στίχοι 57-58, χ.η.
- ※ 16ος/17ος κε ⌘ Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος/Α, 1199 (1196-1200)
- Κὶ ὅσο μακραίνω ἀπ' τὴ φωτιά, θωρῶ πὼς πλιὰ μὲ καίγει, | κὶ ὁ Πόθος μὲ χερότερα ἅρματα μὲ παιδεύγει. | Αὐτὸς λαβώνει ἀπὸ κοντά, κὶ ἀπὸ μακρὰ σκοτώνει, | κὶ ὥστε νὰ φεύγω, νὰ γλακῶ, μὲ τὰ φτερὰ μὲ σώνει.
- βλάπτω· θολώνω, συγχύζω
- ※ 16ος/17ος κε ⌘ Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος/Α, 814
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λαβώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ λαβώνω - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
- Ρήματα σε -ώνω