λαγοθηρία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαγοθηρία < λαγὸς + θηράω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαγοθηρία θηλυκό
- το κυνήγι λαγών
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαγοθηρία
|
|
λαγοθηρία θηλυκό
|
|