Μετάβαση στο περιεχόμενο

λογιών

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: λογιῶν, λογίων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /loˈʝon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λογιών

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
λογιών: πληθυντικός του λογής,  δείτε και  το μεσαιωνικό λογιῶν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λογιών θηλυκό, γενική πληθυντικού (ελλειπτικό ουσιαστικό)

  1. ειδών, κατηγοριών
    παράδειγμα  υπάρχουν δυο λογιών μηχανάκια, τα δίχρονα και τα τετράχρονα
      Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
  2. (με επανάληψη) λογιών λογιών: πολλών ειδών (για να δηλωθεί η ποικιλία)
    παράδειγμα  μέσα στο παλιατζίδικο έβρισκε κανείς λογιών λογιών αντίκες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
λογιών: κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

λογιών ουδέτερο