λογιών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληθυντικός του λογής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογιών θηλυκό, γενική πληθυντικού

  1. ειδών, κατηγοριών
    υπάρχουν δυο λογιών μηχανάκια, τα δίχρονα και τα τετράχρονα
  2. λογιών λογιών: πολλών ειδών (για να δηλωθεί η ποικιλία)
    μέσα στο παλιατζίδικο έβρισκε κανείς λογιών λογιών αντίκες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]