μαλαϊκά

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από μαλαισιακά)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλαϊκά < από το επίθετο μαλαϊκός, στον πληθυντικό του ουδέτερου.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλαϊκά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]