μαρσάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαρσάρισμα μαρσαρίσματα
γενική μαρσαρίσματος μαρσαρισμάτων
αιτιατική μαρσάρισμα μαρσαρίσματα
κλητική μαρσάρισμα μαρσαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρσάρισμα < μαρσάρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρσάρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του μαρσάρω καθώς και ο ήχος που ακούγεται από αυτήν, το πάτημα του γκαζιού ενός οχήματος χωρίς το τελευταίο να κινείται


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]