μενταγιόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δύο μενταγιόν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μενταγιόν < γαλλική médaillon < médaille. Αντιδάνειο: Από το ελληνικό "μετάλλιο". Παρατηρήστε το διπλό λάμδα (μη προφερόμενο πλέον) του μετάλλου στη γαλλική λέξη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.da.ˈʝɔn/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μενταγιόν ουδέτερο άκλιτο

  • κόσμημα που κρέμεται από μια αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και μπορεί να περιέχει μια θήκη, πχ για μικρή φωτογραφία


Μεταφράσεις[επεξεργασία]