μενταγιόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δύο μενταγιόν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μενταγιόν < γαλλική médaillon < médaille. Αντιδάνειο: Από το ελληνικό "μετάλλιο". Παρατηρήστε το διπλό λάμδα (μη προφερόμενο πλέον) του μετάλλου στη γαλλική λέξη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.da.ˈʝɔn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μενταγιόν ουδέτερο άκλιτο

  1. κόσμημα που κρέμεται από μια αλυσίδα περασμένη στο λαιμό και μπορεί να περιέχει μια θήκη, πχ για μικρή φωτογραφία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]