pendant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pendant (en)

  1. κρεμαστό κόσμημα, συνήθως ένα μενταγιόν
  2. το κρεμαστό κομμάτι σε ένα σκουλαρίκι
  3. το φωτιστικό οροφής



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɑ̃.dɑ̃/
pendant 

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pendant < pendre

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό pendant pendants
θηλυκό pendante pendantes

pendant (fr)

  1. κρεμάμενος, κρεμαστός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ballant
  2. (νομικός όρος) εκκρεμής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pendant pendants

pendant (fr) αρσενικό

  1. μέρος του ζωστήρα που κρέμεται και συγκρατεί το σπαθί
  2. κάθε ένα μέρος από ένα ζευγάρι έργων τέχνης που τοποθετούνται συμμετρικά

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

pendant (fr)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]