μεσοβραδύπορα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσοβραδύπορα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσοβραδύπορα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ζωολογία) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]