μοιχεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοιχεύω < αρχαία ελληνική μοιχεύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /miˈçe.vo/

Ρήμα[επεξεργασία]

μοιχεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]