μπορντούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπορντούρα μπορντούρες
γενική μπορντούρας
αιτιατική μπορντούρα μπορντούρες
κλητική μπορντούρα μπορντούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπορντούρα < ιταλικά bordura (f)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπορντούρα θηλυκό,

παρυφή υφάσματος ή φορέματος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]