μόρσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μόρσιμος τὸ μόρσιμον οἱ, αἱ μόρσιμοι τὰ μόρσιμα
Γενική τοῦ, τῆς μορσίμου τοῦ μορσίμου τῶν μορσίμων τῶν μορσίμων
Δοτική τῷ, τῇ μορσίμῳ τῷ μορσίμῳ τοῖς, ταῖς μορσίμοις τοῖς μορσίμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν μόρσιμον τὸ μόρσιμον τοὺς, τὰς μορσίμους τὰ μόρσιμα
Κλητική μόρσιμε μόρσιμον μόρσιμοι μόρσιμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μορσίμω
Γενική-Δοτική μορσίμοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόρσιμος < μείρομαι και κατά ετεροίωση του θέματος μερ- > μορ- + κατάληξη -ιμος

Επίθετο[επεξεργασία]

μόρσιμος, -ος, ον

  1. που είναι προορισμένος, προαποφασισμένος από τη μοίρα, μοιραίος
  2. θνητός, που έχει ως πεπρωμένο το θάνατο, μόρος, μορτός
    ※  οὐ μέν με κτενέεις, ἐπεὶ οὔ τοι μόρσιμός εἰμι (δεν με σκοτώνεις εμένα, γιατί δεν είμαι θνητός)
    Όμηρος, Ιλιάδα, Χ 13
    Σκηνή: μιλά ο Φοίβος στον Αχιλλέα, λίγο πριν τη μονομαχία με τον Έκτορα.

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Μόρσιμα - Αμόρσιμα (1962) έργο για πιάνο, βιολί, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο. Ιάννης Ξενάκης (Iannis Xenakis). Καταχώριση ηχητικού τεκμηρίου μουσικού έργου, Βιβλιοθήκη Τμήματος Μουσικών Σπουδών (ΑΠΘ) πρόσβαση:2019.06.20.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]